παρέχεται από
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΕΣ
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
ΑΝΟΙΧΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΦΟΡΕΙΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ » ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ » ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ » Ομιλία Υφυπουργού ΠΕΚΑ Γ. Μανιάτη στην ημερίδα του Μεταπτυχιακού Προγράμματος MBA ENERGY CLUB του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ομιλία Υφυπουργού ΠΕΚΑ Γ. Μανιάτη στην ημερίδα του Μεταπτυχιακού Προγράμματος MBA ENERGY CLUB του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Αθήνα, 23 Απριλίου 2012

 
 
Η ενεργειακή μας πολιτική στηρίζεται στους ακόλουθες πυλώνες:
  1. Απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στις ενεργειακές εταιρίες με στόχο τη συμμετοχή ισχυρών διεθνών παικτών στην ελληνική αγορά, την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, καθώς και τελικά τη μείωση των τιμών ενέργειας στον τελικό καταναλωτή.
  2. Είσοδο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, ώστε να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος για 20% παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ έως το 2020.
  3. Εξοικονόμηση ενέργειας, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο, ανεξάντλητο, πλήρως ανεκμετάλλευτο εθνικό κοίτασμα ενέργειας, στην πιο σπάταλη ενεργειακά χώρα της Ευρώπης. Αναμένεται η δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας και η μείωση της σπατάλης, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
  4. Επέκταση των δικτύων Φυσικού Αερίου, σε νέες περιφέρειες της χώρας.
  5. Στήριξη με φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και του νησιωτικού χώρου της Ελλάδας, ώστε να αντισταθμιστούν τα μειονεκτήματα της «ενεργειακής φτώχιας».
  6. Προώθηση του εθνικού προγράμματος αξιοποίησης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, με στόχο τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας, καθώς και τη μείωση των εκροών εθνικής δαπάνης για εισαγωγές πετρελαιοειδών, ύψους 12 δις ευρώ το χρόνο.
  7. Διαμόρφωση συνθηκών διέλευσης διεθνών αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου, ώστε η χώρα να καταστεί ενεργειακό hub της ευρύτερης περιοχής και βασικός μοχλός στήριξης της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης σε στενή συνεργασία με την Κύπρο και άλλες γειτονικές χώρες, όπως Ισραήλ και Ιταλία.
Η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες που ενσωμάτωσαν στο εθνικό δίκαιο, με το                         ν. 4001/2011, τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου. Ήδη σήμερα λειτουργούν ξεχωριστές εταιρίες για τη διαχείριση των δικτύων και της χονδρεμπορικής αγοράς, ενώ έχει ξεκινήσει η προετοιμασία για την αλλαγή του μοντέλου οργάνωσης της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού με ορόσημο το 2014. Έχουμε ήδη προχωρήσει σε διαπραγμάτευση με την ΕΕ για το άνοιγμα της λιγνιτικής παραγωγής σε τρίτους, εκτός ΔΕΗ.
 
Δώσαμε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, καθώς μειώθηκαν δραστικά τα στάδια και οι χρόνοι της αδειοδοτικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, η ισχύς των ΑΠΕ στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 77%, από 1.400 MW το Σεπτέμβριο 2009, σε 2.500 MW το Δεκέμβριο 2011. 
Εφαρμόζουμε ειδικά τιμολόγια 350.000 οικονομικά και κοινωνικά ευάλωτα νοικοκυριά (άνεργοι, χαμηλά εισοδήματα, ΑμΕΑ) για τα οποία δημιουργήθηκε το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο (ΚΟΤ), με χρεώσεις έως και 30% χαμηλότερες από τις χρεώσεις των υπόλοιπων νοικοκυριών. 
 
Επεκτείνουμε το δίκτυο φυσικού αερίου σε νέες περιοχές της χώρας με τη δημιουργία τριών (3) νέων Εταιριών Παροχής Αερίου (ΕΠΑ) στις Περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας, ενώ παράλληλα έχουν θεσμοθετηθεί οι ΕΠΑ Πελοποννήσου και Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου.
 
Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι ένας σπουδαίος εθνικός στρατηγικός στόχος με πολλαπλές θετικές επιπτώσεις στην εξοικονόμηση δημοσίων πόρων, τη στήριξη των ελληνικών βιομηχανιών παραγωγής προϊόντων του κλάδου της οικοδομής, καθώς και τη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας. Ήδη υλοποιούμε προγράμματα ύψους, άνω του 1.000.000.000€ (ενός δις ευρώ), όπως το «Εξοικονομώ κατ’οίκον» (50.000 αιτήσεις νοικοκυριών), το «Εξοικονομώ στους ΟΤΑ» (άνω των 100 δήμων), το «Χτίζοντας το Μέλλον» (πάνω από 150.000 ενεργειακές παρεμβάσεις σε κτίρια), κ.ά.
 
Μια μεγάλη επενδυτική πρόκληση αποτελεί η εξοικονόμηση μεγάλου μέρους των πάνω από 500 εκατ. ευρώ που δαπανούνται κάθε χρόνο για ενέργεια, στα 200.000 δημόσια κτίρια της χώρας.
 
Η προώθηση των Εταιριών Ενεργειακών Υπηρεσιών (Εscos) και της Χρηματοδότησης Από Τρίτους (ΧΑΤ) με τη συμμετοχή του τραπεζικού τομέα, αποτελούν μια σημαντική επενδυτική και αναπτυξιακή ευκαιρία για τις μεγάλες και μικρές ξενοδοχειακές, βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες της χώρας. Ουσιαστικά δημιουργείται μια νέα αγορά, με προοπτικές απασχόλησης χιλιάδων εργαζομένων και επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων για την εξοικονόμηση ενέργειας στα μεγάλα επαγγελματικά κτίρια της χώρας.
 
Δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνέχιση της ανάπτυξης των ΑΠΕ, έτσι ώστε να επιτευχθούν οι ενδιάμεσοι στόχοι για το 2014. Η Ελλάδα μπορεί να καταστεί εξαγωγός χώρα ηλεκτρισμού αναπτύσσοντας τις ΑΠΕ και επιδιώκουμε την υλοποίηση προγραμμάτων, όπως το «HELIOS» για την εκμετάλλευση του πλούσιου ηλιακού δυναμικού με εξαγωγική στόχευση. Βασική προϋπόθεση είναι η επέκταση των διευρωπαϊκών δικτύων ηλεκτρισμού από το βορρά προς το νότο και από την ανατολή έως τη δύση, μέσα από τις «Λεωφόρους Ηλεκτρισμού» που θα μεταφέρουν ενέργεια από ΑΠΕ, από τη νοτιοανατολική Ευρώπη στην κεντρική.
 
Σπουδαία επενδυτική και αναπτυξιακή πρόκληση της χώρας, που προς το παρόν συνιστά μόνο μειονέκτημα και οικονομική δαπάνη που κοστίζει πάνω από 500 εκατ. ευρώ το χρόνο, είναι η έλλειψη ηλεκτρικής διασύνδεσης της νησιωτικής Ελλάδας (Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κυκλάδες, κ.ά) με την ηπειρωτική χώρα. Η ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά προγράμματα που μπορούν να αναπτυχθούν στη χώρα, με εξαιρετικές προοπτικές χρηματοδότησης (ευρωπαϊκές και διεθνείς). Ήδη υλοποιούμε με προϋπολογισμό                   400 εκατ. ευρώ, την υποβρύχια ηλεκτρική διασύνδεση των Κυκλάδων με καλώδιο προς την ηπειρωτική Ελλάδα.
 
Προωθούμε ήδη και δεσμευόμαστε για την υλοποίηση του μεγαλύτερου αναπτυξιακού έργου της Κρήτης, την ηλεκτρική διασύνδεση του νησιού με την Ηπειρωτική Ελλάδα, κόστους περίπου 8 δις €.
 
Στον τομέα του ορυκτού πλούτου, η Χώρα μας είναι από τις πλουσιότερες κοιτασματολογικές περιφέρειες της Ευρώπης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η συνολική αξία των αποθεμάτων ξεπερνά τα 40δις ευρώ.
 
Σήμερα απασχολούνται στον κλάδο περίπου 20.000 άμεσα εργαζόμενοι και 80.000 έμμεσα. Ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος είναι έντονα εξωστρεφής, με περίπου το 75% των πωλήσεών του να κατευθύνεται σε εξαγωγές. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις πρώτες 10 θέσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από πλευράς αριθμού επιχειρήσεων και ανταγωνιστικότητας, αφού διαθέτει περίπου 600 επιχειρήσεις του κλάδου σε σύγκριση με τις περίπου 1.500 που έχουν χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία.
 
Καταγράφουμε και αξιολογούμε πάνω από 120 Δημόσιους Μεταλλευτικούς Χώρους, σε ολόκληρη την Ελλάδα, με σκοπό την πλήρη αξιοποίησή τους. Ήδη, έχουν αξιολογηθεί οι πρώτοι 50 από τους χώρους αυτούς και έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες εκμίσθωσης δημόσιων μεταλλείων με διεθνείς πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, για χρυσό, χαλκό, μόλυβδο, ψευδάργυρο, άργυρο, αντιμονίτη, κ.ά. Μέσα στο Μάρτιο έγινε η κατάθεση των δεσμευτικών προσφορών για τον πρώτο διεθνή διαγωνισμό που προκήρυξε μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα σε θέματα ορυκτού πλούτου στην περιοχή του Κιλκίς, όπου τα βεβαιωμένα αποθέματα χρυσού – χαλκού εκτιμώνται σε 1,5 δις ευρώ και τα δυναμικά σε περίπου 7 δις ευρώ.
 
Υλοποιούμε το «Εθνικό Μεταλλευτικό Κτηματολόγιο», το πρώτο Ολοκληρωμένο Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών, που θα αποτελέσει το επίσημο επενδυτικό εργαλείο τόσο της κυβέρνησης όσο και όλων των ενδιαφερομένων στον τομέα των μεταλλευτικών ορυκτών.
Με δύο (2) διεθνείς γύρους παραχωρήσεων σε οκτώ (8) διαφορετικές περιοχές της χώρας, βάζουμε επιτέλους τη Γεωθερμία, την πιο παραμελημένη μορφή πράσινης ενέργειας στη χώρα, στο ενεργειακό μας ισοζύγιο.
 
Ξεκινούν επενδύσεις πάνω από 400 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα παραγωγής έως 300 ΜW, για να αναπτυχθούν τα πεδία σε Έβρο, Νέστο, Καβάλα, Σαμοθράκη, Χίο, Σπερχειό, Κορινθία, Ικαρία.
 
Είναι σε πλήρη εξέλιξη όλες οι δράσεις για την εφαρμογή της γεωθερμίας χαμηλών θερμοκρασιών στον αγροτικό τομέα. Θερμοκήπια, ιχθυοκαλλιέργειες, αποξηράνσεις αγροτικών προϊόντων και δεκάδες άλλες δραστηριότητες του αγροτικού τομέα, με τη χρήση της γεωθερμίας μειώνουν δραστικά το κόστος καλλιέργειας, αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα ποιότητας και τιμής και δίνουν μια μεγάλη ανάσα στον Έλληνα αγρότη.
 
Μετά από 15 ολόκληρα χρόνια απόλυτης ανυπαρξίας μας στο χώρο των ερευνών Υδρογονανθράκων, η Ελλάδα σήμερα αποκτά μια διακριτή και ελκυστική θέση στον παγκόσμιο πετρελαϊκό χάρτη.
 
Είναι ρεαλιστικός ο στόχος μας σε βάθος 15-20 ετών να καλύπτουμε από εγχώριες πηγές Υδρογονανθράκων το 30% των αναγκών της χώρας, με άλλα λόγια να αντικαταστήσουμε το 30% των σχεδόν 12 δις € που δαπανούμε για εισαγωγές πετρελαιοειδών κάθε χρόνο, με ελληνικούς Υδρογονάνθρακες.
 
Διαμορφώνουμε για πρώτη φορά ένα κοινό Ενεργειακό Δόγμα Ελλάδας – Κύπρου. Απαιτείται συμπόρευση και ενεργειακή ταύτιση ανάμεσα σε δύο χώρες με ακατάλυτους ιστορικούς δεσμούς, και ταυτόχρονα είναι κράτη-μέλη της ΕΕ. Σε συνεργασία με το Ισραήλ μπορούμε να προχωρήσουμε στην υλοποίηση των δύο βασικών ενεργειακών πυλώνων της Ευρώπης, για διαφοροποίηση των πηγών και διαφοροποίηση των οδεύσεων τροφοδοσίας με Φυσικό Αέριο.
 
Σε εποχή βαθιάς κρίσης, οι Υδρογονάνθρακες αποτελούν μια σπουδαία ελπίδα για την κοινωνία και την εθνική οικονομία. Όμως δεν χρειαζόμαστε ούτε υπερβολές ούτε μύθους. Δεν χρειαζόμαστε ούτε συνωμοσίες, ούτε μυστήρια. Για να έχουμε ορατά αποτελέσματα μετά από ορισμένα χρόνια, χρειαζόμαστε υπομονή και επιμονή. Όμως είναι πολύ σημαντική η δημιουργία θετικού κλίματος στο εσωτερικό της χώρας και η διαμόρφωση ελκυστικών επενδυτικών προϋποθέσεων από το εξωτερικό. Άλλωστε το 50% της οικονομίας είναι κλίμα και προσδοκία. Επιδιώκουμε και τα δύο.
 
Για να πετύχει το εθνικό αυτό εγχείρημα απαιτείται Διαχρονική Σταθερότητα (πολιτική, φορολογική, κοινωνική, αδειοδοτική, περιβαλλοντική) και Καθαροί Όροι παιχνιδιού, δηλ. Διαφάνεια. Όλες οι συμβάσεις πρέπει να προκύπτουν μετά από διεθνείς διαγωνισμούς που έχουν ως βασικό τους κριτήριο τη μεγιστοποίηση των εσόδων του ελληνικού δημοσίου.
 
Σε ορισμένες περιφέρειες της χώρας, όπως π.χ. στην Ήπειρο (όπου αναμένεται ένα κοίτασμα της τάξης του 50-80 εκατ. βαρελιών) η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του βιομηχανικού τομέα της περιφέρειας (πλην κατασκευών) σε ετήσια βάση αναμένεται να αυξηθεί έως κατά 40% (από 480 εκατ. € σε 670 εκατ. €) και για περίοδο τουλάχιστον 20 ετών. Στο όφελος αυτό θα πρέπει να προστεθεί η θετική επίδραση στην απασχόληση και στο εισόδημα : για κάθε άμεση θέση εργασίας στον κλάδο των Υ/Α δημιουργούνται 2-3 νέες θέσεις εργασίας στην ευρύτερη οικονομία και για κάθε 1 € εισοδήματος που αποκτάται άμεσα από τον κλάδο Υ/Α, δημιουργείται εισόδημα 1-2 € σε εργαζόμενους σε άλλους κλάδους. Στα προηγούμενα ποσά, ασφαλώς πρέπει να προστεθούν τα σημαντικά μεγαλύτερα ποσά που προκύπτουν από τα ποσοστά 20% των εσόδων του δημοσίου για δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος και 5% ειδικών πόρων της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης. Αυτά ποσοστά για την περίπτωση πχ του θαλάσσιου οικοπέδου ‘Πατραϊκός’ (κοίτασμα της τάξης των 200 εκατ. βαρελιών) είναι ύψους 2 δις ευρώ για την ευρύτερη περιοχή σε βάθος εικοσαετίας, κονδύλι που αναμφισβήτητα αλλάζει απολύτως θετικά όλο το μοντέλο ανάπτυξης της Δυτικής Ελλάδος.
 
Προτείνουμε, κατά το Νορβηγικό πρότυπο, το σύνολο των εσόδων του ελληνικού δημοσίου να μην πάει στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά να δημιουργήσει ένα Ταμείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γενεών που θα στηρίζει το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας (ίσως και την Παιδεία).
Απαραίτητο στοιχείο επιτυχίας όλων των παραπάνω αποτελεί η στενή συνεργασία ανάμεσα στην πολιτεία, τον ιδιωτικό τομέα και τα Πανεπιστήμια της χώρας, προκειμένου να αναπροσανατολιστούν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα, ερευνητικές δραστηριότητες και καινοτομικές δράσεις στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός στέρεου κοινού υποβάθρου, που θα στοχεύει στη μεγιστοποίηση της ελληνικής προστιθέμενης αξίας, καθώς και την αντιμετώπιση του τομέα της Ενέργειας και του Ορυκτού Πλούτου ως πρωτεύοντος πυλώνα εθνικής ανάπτυξης που:
 
και δημιουργεί νέο πλούτο
 
και ισορροπεί με το περιβάλλον
 
και στηρίζει τα δημόσια έσοδα
 
και δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
 

 

| | | | | | |